«Η ομορφιά είναι κι αυτή μια μορφή δύναμης και μπορεί να χτυπήσει ταχύτερα από οποιοδήποτε σπαθί.»
Μετά από εβδομάδες στον ωκεανό, ο Μάρκους ήταν ζαλισμένος και αδύναμος, για αυτό η χαρά του ήταν μεγάλη όταν πάτησε και πάλι στη στεριά. Το μονοπάτι που οδηγούσε από τη γκρίζα ακτή προς την ενδοχώρα ήταν λείο και γλιστερό και έπρεπε να προσέχει κάθε του βήμα. Τα άθλια, στραβά δέντρα γύρω του ήταν άψυχα κουφάρια. Οι ουλές που είχαν επάνω τους, σαν να τα είχε γδάρει ένα πανικόβλητο ζώο, έσταζαν ένα σιχαμερό, κίτρινο υγρό. Απαλό φως λαμποκοπούσε ανάμεσα στα δέντρα και χόρευε σαν τις φλόγες των νεκρών που παρέσυραν τις ανυποψίαστες ψυχές στο θάνατό τους, στα βάθη του βάλτου. Τα κλαδιά ήταν βαριά με σκέπαστρα που έμοιαζαν φτιαγμένα από κουρελιασμένη μουσελίνα. Μετά από λίγη ώρα, ο Μάρκους κατάλαβε ότι ήταν μπλεγμένοι ιστοί αράχνης.