Short Story
Κάρθους
ο Υμνωδός του Θανάτου

Κάρθους

ο Υμνωδός του Θανάτου

Κάντε κύλιση για να ξεκινήσετε

Κάρθους
ο Υμνωδός του Θανάτου

O Κάρθους, ο προάγγελος του ολέθρου, είναι ένα αθάνατο πνεύμα που αναγγέλλει την εφιαλτική του παρουσία με τα βασανιστικά του τραγούδια. Οι ζωντανοί φοβούνται την αιωνιότητα του θανάτου, αλλά ο Κάρθους βλέπει μόνο ομορφιά και αγνότητα στην αγκαλιά του, μια τέλεια ένωση μεταξύ ζωής και θανάτου. Όταν ο Κάρθους αφήνει πίσω του τα Νησιά της Σκιάς είναι μόνο για να φέρει τη χαρά του θανάτου στους θνητούς, σαν ένας απόστολος των απέθαντων.

Ο Κάρθους γεννήθηκε σε μια εξαθλιωμένη παραγκούπολη λίγο έξω από τα τείχη της πρωτεύουσας της Νόξους. Η μητέρα του πέθανε τη στιγμή της γέννησής του, αφήνοντας τον πατέρα του μόνο του να φροντίσει τον ίδιο και τις τρεις αδερφές του. Ζούσαν σε ένα ετοιμόρροπο φτωχοκομείο, μαζί με δεκάδες άλλες οικογένειες, έπιναν το νερό της βροχής και τρέφονταν με τους αρουραίους που μοιράζονταν το κτίριο μαζί τους. Από όλα τα παιδιά, ο Κάρθους ήταν ο καλύτερος κυνηγός αρουραίων και πολύ συχνά έφερνε στην οικογένειά του μισοφαγωμένα πτώματα για το τσουκάλι.

Ο θάνατος ήταν κάτι συνηθισμένο στις κακόφημες συνοικίες της Νόξους και δεν ήταν λίγες οι φορές που ξυπνούσαν με τους θρήνους των γονέων που έβρισκαν το παιδί τους παγωμένο και άψυχο δίπλα τους. Ο Κάρθους άρχισε να απολαμβάνει τον ήχο του θρήνου και παρακολουθούσε, μαγεμένος, τους ιερείς των Κίντρεντ να προσθέτουν χαρακιές στα ραβδιά τους με κάθε θάνατο και να περισυλλέγουν τα πτώματα από το φτωχοκομείο. Τη νύχτα, ο νεαρός Κάρθους τριγύριζε αθόρυβα στα ασφυκτικά γεμάτα δωμάτια και αναζητούσε αυτούς που βρίσκονταν κοντά στο κατώφλι του θανάτου, με την ελπίδα ότι θα γινόταν μάρτυρας της στιγμής που η ψυχή θα περνούσε από τη ζωή στο θάνατο. Για πολλά χρόνια, αυτές οι νυχτερινές εξορμήσεις δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, καθώς ήταν αδύνατο να προβλέψει κανείς με ακρίβεια τη στιγμή που θα ερχόταν ο θάνατος ενός ατόμου. Δεν κατάφερε να παρατηρήσει τη στιγμή που τόσο ποθούσε μέχρι που ο θάνατος χτύπησε την πόρτα της οικογένειάς του.

Σε τόσο συνωστισμένα μέρη όπως το φτωχοκομείο, οι επιδημίες ήταν κάθε άλλο παρά σπάνιες. Όταν οι αδερφές του Κάρθους χτυπήθηκαν από την αρρώστια, τις παρακολουθούσε εντατικά. Ενώ ο πατέρας του είχε παραδοθεί στη θλίψη, ο Κάρθους ήταν ο πρόθυμος και ακούραστος προστάτης που φρόντιζε τις αδερφές του καθώς έχαναν σταδιακά τη μάχη με την ασθένεια. Ήταν συνέχεια από πάνω τους μέχρι τη στιγμή του θανάτου τους. Τη στιγμή εκείνη, που το φως εγκατέλειπε τα μάτια τους, ένιωσε να τον πλημμυρίσει μια ακαταμάχητη λαχτάρα να δει τι βρίσκεται πέρα από τον θάνατο και να αποκαλύψει τα μυστικά της αιωνιότητας. Όταν οι ιερείς ήρθαν να πάρουν τις σορούς τους, ο Κάρθους τους ακολούθησε μέχρι το ναό και τους βομβάρδιζε με ερωτήσεις σχετικά με το τάγμα τους και το πώς λειτουργεί ο θάνατος. Θα μπορούσε ένα άτομο να υπάρξει στη στιγμή που η ζωή τελειώνει, αλλά δεν έχει αρχίσει ακόμη ο θάνατος; Αν μπορούσαμε να κατανοήσουμε και να διατηρήσουμε αυτήν την οριακή στιγμή, θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε τη σοφία της ζωής με τη διαύγεια του θανάτου;

Οι ιερείς διέκριναν αμέσως τις προοπτικές του Κάρθους και τον δέχτηκαν στο τάγμα τους, αρχικά ως νεκροθάφτη και φροντιστή νεκρικών πυρών και αργότερα ως συλλέκτη νεκρών. Κάθε μέρα, ο Κάρθους περιέφερε το νεκρικό καρότσι του στους δρόμους της Νόξους και συνέλεγε τους νεκρούς. Τα μελωδικά μοιρολόγια του έγιναν γρήγορα γνωστά σε όλη τη Νόξους: ήταν τραγούδια γεμάτα μελαγχολία και ομορφιά που εξυμνούσαν τις αρετές του θανάτου και εξέφραζαν την ελπίδα ότι η ζωή μετά το θάνατο είναι κάτι που δεν πρέπει να φοβούνται οι ζωντανοί. Πολλές οικογένειες που είχαν βυθιστεί στο πένθος βρήκαν παρηγοριά στα τραγούδια και ένιωσαν ηρεμία στις καρδιές τους από τα μοιρολόγια του. Αργότερα, ο Κάρθους ανέλαβε τη φροντίδα των ετοιμοθάνατων στον ίδιο το ναό. Φρόντιζε τους άρρωστους που δεν είχαν πια ελπίδα και προσπαθούσε να διευκολύνει το πέρασμά τους από τη ζωή στο θάνατο. Ο Κάρθους συνομιλούσε με όλους όσους φρόντιζε, προετοιμάζοντας τις ψυχές τους και αναζητώντας τη σοφία στα μάτια τους που έσβηναν.

Τελικά, ο Κάρθους έφτασε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να μάθει κάτι περισσότερο από τους θνητούς. Μόνο οι ίδιοι οι νεκροί θα μπορούσαν να απαντήσουν στα ερωτήματά του. Οι ετοιμοθάνατοι δεν μπορούσαν να τον διαφωτίσουν για το τι βρισκόταν πέρα από το θάνατο. Ψέλλιζαν μόνο φήμες για τα Νησιά της Σκιάς, ένα μέρος που ο θάνατος δεν ήταν το τέλος της ζωής.

Παραμύθια που ψιθύριζαν τη νύχτα στα παιδιά για να τρομάξουν. Ο Κάρθους άδειασε τα σεντούκια του ναού και αγόρασε μια θέση σε ένα πλοίο για το Μπίλτζγουοτερ, μια πόλη που μαστιζόταν από μια μυστηριώδη μαύρη ομίχλη που λεγόταν ότι άρπαζε ψυχές και τις μετέφερε σε ένα καταραμένο νησί στα ανοιχτά. Κανείς από τους καπετάνιους του Μπίλτζγουοτερ δεν ήταν πρόθυμος να τον μεταφέρει στα Νησιά της Σκιάς, μέχρι που βρήκε έναν αλκοολικό ψαρά που τον έπνιγαν τα χρέη και δεν είχε τίποτα να χάσει. Η βάρκα πάλευε με τον ωκεανό για πολλά μερόνυχτα, μέχρι που μια καταιγίδα τους έριξε στις βραχώδεις ακτές ενός νησιού που δεν εμφανιζόταν σε κανέναν χάρτη. Μια μαύρη ομίχλη κάλυπτε το εφιαλτικό τοπίο με τα ρημαγμένα ερείπια και τα παραμορφωμένα δέντρα. Ο ψαράς γύρισε τη βάρκα του και έβαλε πλώρη έντρομος για το Μπίλτζγουοτερ, αλλά ο Κάρθους έπεσε στη θάλασσα και περπάτησε μέχρι την ακτή. Έγειρε επάνω στο χαρακωμένο ραβδί του και τραγούδησε με υπερηφάνεια το μοιρολόγι που είχε ετοιμάσει για τη στιγμή του δικού του θανάτου. Ο παγωμένος άνεμος πήρε τα λόγια του και τα μετέφερε στην καρδιά του νησιού.

Η μαύρη ομίχλη πλημμύρισε τον Κάρθους, έσκισε τις σάρκες και το πνεύμα του με πανάρχαια μαγεία, αλλά τέτοια ήταν η επιμονή και η επιθυμία του να απαλλαγεί από τα δεσμά της θνησιμότητας που κατάφερε να μην εξαϋλωθεί. Αντί για την καταστροφή, ήρθε η αναγέννηση. Ο Κάρθους είχε γίνει ένα νέο πλάσμα, ένας άσαρκος νεκροζώντανος που βαφτίστηκε στα νερά του νησιού.

Η γνώση που τόσο επιθυμούσε πλημμύρισε το είναι του. Ο Κάρθους είχε γίνει αυτό που ήθελε να γίνει πάντα: ένα πλάσμα που ισορροπούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Η ομορφιά αυτής της αιώνιας στιγμής τον γέμισε με θαυμασμό. Τα καταραμένα πνεύματα του νησιού, μαγεμένα από το πάθος του σαν αρπακτικά κήτη που μυρίζονται αίμα στον ωκεανό, μαζεύτηκαν γύρω του για να γίνουν μάρτυρες της μεταμόρφωσής του. Επιτέλους, ο Κάρθους είχε βρει τη θέση του στον κόσμο, περιτριγυρισμένος από αυτούς που γνώριζαν την ευλογία της ύπαρξης μεταξύ ζωής και θανάτου. Γεμάτος φανατικό ζήλο, αποφάσισε να επιστρέψει στο Βάλοραν και να ελευθερώσει τους ζωντανούς από τα δεσμά του φόβου και τη ματαιότητα της ζωής. Ο Κάρθους έκανε μεταβολή και η Μαύρη Ομίχλη τον σήκωσε στον αέρα και τον έφερε στη βάρκα του ψαρά.

Ο άντρας έπεσε γονατιστός στα πόδια του Κάρθους, ικετεύοντας για τη ζωή του. Ο Κάρθους του χάρισε την ευλογία του θανάτου, ελευθερώνοντάς τον από το μαρτύριό του. Στη συνέχεια, πήρε το αθάνατο πνεύμα του και το έφερε κοντά του, τραγουδώντας το μοιρολόι του για τις ψυχές που εγκαταλείπουν τα εγκόσμια. Η ψυχή του ψαρά ήταν η πρώτη από αμέτρητες άλλες ψυχές που θα απελευθέρωνε ο Κάρθους. Πολύ σύντομα, ο Υμνωδός του Θανάτου θα είχε υπό τις διαταγές του μια λεγεώνα από φαντάσματα. Για τις ενισχυμένες αισθήσεις του, τα Νησιά της Σκιάς ήταν ένας τόπος αδιάφορος, όπου η ευλογία του θανάτου πήγαινε χαμένη. Αυτός θα αναλάμβανε να ξυπνήσει τους νεκρούς και να τους οδηγήσει σε μια σταυροφορία κατά των ζωντανών, για να τους λυτρώσει από τα δεσμά της θνητής ύπαρξής τους και να φέρει μια νέα, ένδοξη εποχή όπου η ζωή και ο θάνατος θα συνυπήρχαν.

Ο Κάρθους είναι πλέον ο απεσταλμένος των Νησιών της Σκιάς, ένας προάγγελος της λήθης που τραγουδά μοιρολόγια που δεν θρηνούν, αλλά υμνούν τη δόξα του θανάτου. Οι λεγεώνες των ψυχών τραγουδούν μαζί του και το μαγευτικό, αλλά εφιαλτικό τραγούδι τους ξεπερνά πολλές φορές τα όρια της Μαύρης Ομίχλης και στοιχειώνει τις κρύες νύχτες του χειμώνα τα νεκροταφεία και τους νεκρικούς θαλάμους σε όλα τα μήκη και πλάτη του Βάλοραν.