Κάντε κύλιση για να ξεκινήσετε
Τον καιρό που μαίνονταν οι Πόλεμοι των Ρούνων, το Όρος Τάργκον ήταν ένας φάρος που κρατούσε μακριά το επερχόμενο σκοτάδι. Η Κέιλ και η αδερφή της, η Μοργκάνα, γεννήθηκαν κάτω από αυτό το φως. Οι γονείς τους, Μίχιρα και Κίλαμ, αποφάσισαν να αποτολμήσουν την ανάβαση στο ιερό όρος, για να σώσουν τη φυλή τους από την καταστροφή.
Ακόμα κι όταν έμαθε ότι ήταν έγκυος, η Μίχιρα αρνήθηκε να γυρίσει πίσω. Όταν έφτασε στην κορυφή του βουνού, επιλέχθηκε για να γίνει η ενσάρκωση της Όψης της Δικαιοσύνης, κραδαίνοντας ένα φλεγόμενο σπαθί που ξεπερνούσε ακόμα και το φως του ήλιου σε λαμπρότητα.
Λίγο καιρό αργότερα, γεννήθηκαν οι δίδυμες. Πρώτη γεννήθηκε η Κέιλ, με διαφορά μιας ανάσας. Το φως της ήταν τόσο εκτυφλωτικό, όσο βαθύ ήταν το σκοτάδι της Μοργκάνα.
Όμως, η Μίχιρα είχε γίνει μια τρομερή πολεμίστρια, ανώτερη από οποιονδήποτε θνητό. Ο Κίλαμ είχε αρχίσει να φοβάται πλέον τη θεϊκή της δύναμη και τους σκοτεινούς μάγους που εποφθαλμιούσαν το φως της. Αποφάσισε να πάρει τα κορίτσια και να τα πάει κάπου όπου δεν θα κινδύνευαν. Ναύλωσε ένα πλοίο που τους μετέφερε στην άλλη άκρη της Θάλασσας του Κατακτητή, σε έναν οικισμό όπου η ίδια η γη πρόσφερε προστασία από τη μαγεία, σύμφωνα με τον θρύλο.
Στη νέα αυτή πατρίδα, τα δυο κορίτσια μεγάλωσαν υπό το άγρυπνο βλέμμα του Κίλαμ, με τις διαφορές στον χαρακτήρα τους να γίνονται πιο έντονες μέρα με τη μέρα. Η Κέιλ ήταν πολύ σοβαρή για την ηλικία της και πολύ συχνά διαφωνούσε με τους πρεσβύτερους του οικισμού σχετικά με τις αποφάσεις τους. Παρόλο που δεν θυμόταν τις δυνάμεις της μητέρας της, ήταν βέβαιη ότι οι νόμοι ήταν απαραίτητοι για να είναι όλοι ασφαλείς. Ο πατέρας της δεν μιλούσε συχνά για αυτά τα θέματα, αλλά η Κέιλ ήταν σίγουρη ότι η Μίχιρα είχε σώσει την οικογένειά της κατατροπώνοντας τους εχθρούς της σε μια τελική μάχη που έβαλε τέλος στους Πολέμους των Ρούνων.
Όταν οι δίδυμες βρίσκονταν στην εφηβεία, ένας πύρινος κομήτης έσκισε τον ουρανό. Ένα σπαθί που σιγόκαιγε ακόμα με ουράνια φλόγα καρφώθηκε στο έδαφος ανάμεσα στην Κέιλ και την αδερφή της, σπάζοντας στα δύο. Με μεγάλη του λύπη, ο Κίλαμ αναγνώρισε αμέσως το όπλο —ήταν το σπαθί της Μίχιρα.
Η Κέιλ άρπαξε ανυπόμονα το ένα από τα δυο κομμάτια του όπλου και αμέσως ένα ζευγάρι φτερά φύτρωσε στην πλάτη της. Η Μοργκάνα ακολούθησε διστακτικά το παράδειγμά της. Εκείνη τη στιγμή, η Κέιλ αισθάνθηκε πιο κοντά στη μητέρα της από ποτέ. Ήταν βέβαιη ότι αυτό που συνέβη ήταν σημάδι πως ήταν ζωντανή και πως ήθελε να ακολουθήσουν οι κόρες της τα βήματά της.
Οι κάτοικοι του οικισμού πίστευαν ότι τα κορίτσια ήταν ευλογημένα από τα αστέρια, προορισμένες να προστατεύουν το νεοδημιούργητο τότε έθνος της Ντεμάσια από τους εισβολείς. Οι φτερωτές προστάτιδες έγιναν σύμβολα του φωτός και της αλήθειας και απολάμβαναν τον σεβασμό όλων. Η Κέιλ πολέμησε σε πολλές μάχες, πετώντας στην πρώτη γραμμή του άπειρου ακόμα στρατού και ευλογώντας τα όπλα των άξιων πολεμιστών με την ιερή της φλόγα… όμως με την πάροδο του χρόνου, η πίστη της στη δικαιοσύνη εξελίχθηκε σε έμμονη ιδέα. Βλέποντας παντού απειλές, εντός και εκτός συνόρων, ίδρυσε το τάγμα των Ανώτατων Δικαστών με αποστολή την επιβολή του νόμου και κυνήγησε ανελέητα τους επαναστάτες και τους επιδρομείς με την ίδια θέρμη.
Μόνο σε ένα άτομο έδειχνε επιείκεια και ανοχή. Αν και αυτό προκαλούσε μεγάλη δυσαρέσκεια στους πιστούς της, η Κέιλ επέτρεπε στη Μοργκάνα να αναμορφώνει τους παραβάτες που παραδέχονταν την ενοχή τους και έδειχναν μεταμέλεια. Ο πιο δυσαρεστημένος από όλους ήταν ο Ρόνας, ο προστατευόμενος της Κέιλ, ο οποίος ορκίστηκε να κάνει αυτό που δίσταζε να κάνει η Κέιλ και προσπάθησε να φυλακίσει τη Μοργκάνα, κατά την απουσία της Κέιλ.
Όταν επέστρεψε η Κέιλ βρήκε τον λαό να έχει εξεγερθεί και τον Ρόνας νεκρό. Έξαλλη από οργή, πέταξε πάνω από την πόλη και επικαλέστηκε τη δύναμη της ουράνιας φωτιάς για να εξαγνίσει την πόλη από τις αμαρτίες της.
Η Μοργκάνα πέταξε κι αυτή στον αέρα για να τη σταματήσει, με υψωμένη τη λεπίδα της. Αφού η Κέιλ ήταν τόσο αποφασισμένη να εξαγνίσει το σκοτάδι που πίστευε ότι βασίλευε στις καρδιές των θνητών, θα έπρεπε να ξεκινήσει με την ίδια της την αδερφή. Οι δυο τους μονομάχησαν στον ουρανό, καταφέρνοντας το ένα τιτάνιο χτύπημα μετά το άλλο και ισοπεδώνοντας τα κτίρια της πόλης.
Ξαφνικά, η μονομαχία διακόπηκε από την κραυγή του πατέρα τους.
Η Κέιλ είδε τον Κίλαμ να πεθαίνει στην αγκαλιά της αδερφής της, θύμα της ανώφελης βίας που είχε ξεσπάσει στην πόλη εκείνη την ημέρα. Τότε πήρε στα χέρια της τα δύο κομμάτια του σπαθιού της μητέρας τους και ορκίστηκε ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ ξανά στα συναισθήματά της να την κυριεύσουν. Υψώθηκε ξανά στον ουρανό, πετώντας ψηλά πάνω από τα σύννεφα και είδε μπροστά της το όραμα του Όρους Τάργκον, με την απροσπέλαστη κορυφή του να αστράφτει στο ηλιοβασίλεμα.
Εκεί θα έβρισκε την απόλυτη διαύγεια που τόσο επιθυμούσε. Εκεί θα έβρισκε τη μητέρα της, θα στεκόταν στο πλευρό της και θα εκπλήρωνε το πεπρωμένο της ως Όψη της Δικαιοσύνης.
Αν και έχουν περάσει αιώνες από τότε που εγκατέλειψε την Ντεμάσια, ο θρύλος της Κέιλ έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό και τους νόμους αυτού του βασιλείου. Πελώρια αγάλματα και εικόνες της Φτερωτής Προστάτιδας δίνουν δύναμη και θάρρος σε κάθε πολεμιστή που εκστρατεύει στο όνομα του φωτός για να εξορίσει το σκοτάδι από τη χώρα του.
Σε περιόδους διχασμού και χάους, δεν είναι λίγοι αυτοί που τρέφουν την ελπίδα ότι η Κέιλ θα επιστρέψει… και άλλοι που προσεύχονται να μην έρθει ποτέ εκείνη η ημέρα.