Short Story
Ο Κυνηγός

Ο Κυνηγός

Κάντε κύλιση για να ξεκινήσετε

Ο Κυνηγός

Η Πόπι δεν είχε τίποτα ενάντια στον άγριο λύκο, πέρα από το γεγονός ότι ήταν έτοιμος να τη κατασπαράξει. Η μουσούδα του ήταν ακόμη κατακόκκινη από το αίμα του τελευταίου θηράματος, και το Γιόρντλ θα προτιμούσε να μην είναι το επόμενο γεύμα του. Ήταν τόσο κοντά στο να βρει έναν φημισμένο κυνηγό τεράτων, και δεν σκόπευε να πεθάνει προτού συναντήσει τον άνδρα αυτό και κρίνει την αξία του.

«Καλύτερα να φύγεις. Δεν θα επιβιώσεις ειδάλλως», είπε η Πόπι στον λύκο, κρατώντας το σφυρί της ψηλά ως προειδοποίηση.

Αλλά ο αγριόλυκος δεν αποθαρρύνθηκε. Αντιθέτως, εκτοξεύτηκε προς το μέρος της, ωθούμενος από μια περίεργη απελπισία την οποία η Πόπι δεν αναγνώριζε. Τότε, είδε τον ενδεικτικό αφρό στις γωνίες του στόματός του. Αυτό το ζώο δεν κινούνταν από πείνα ή εδαφική επιθετικότητα. Πονούσε και έψαχνε λύτρωση. Ο λύκος πήδηξε πάνω της, λες και τελικά είχε αποφασίσει και η επόμενη κίνηση του θα ήταν να σκοτώσει ή να σκοτωθεί.

Η Πόπι σήκωσε το σφυρί, χρησιμοποιώντας κάθε τελευταίο γραμμάριο δύναμης για να κινήσει το εκπληκτικά βαρύ όπλο. Το χτύπημα που προκάλεσε διέλυσε το κρανίο του ζώου την ίδια στιγμή, βάζοντας ένα τέλος στο μαρτύριό του. Η Πόπι δεν πήρε καμία απολύτως ευχαρίστηση από την εκτέλεση, αλλά κατέληξε ότι ήταν η καλύτερη πιθανή λύση για τον λύκο και την ίδια.

Το Γιόρντλ κοίταξε τον άδειο αγρό, αλλά δε μπόρεσε να αισθανθεί τη παρουσία του κυνηγού τεράτων που είχε έρθει να βρει. Είχε τριγυρίσει την εξοχή, ακολουθώντας τον από χωριό σε χωριό με τις ιστορίες που άκουγε γι' αυτόν, ελπίζοντας αυτός ο μυστήριος κυνηγός να είναι ο φανταστικός ήρωας τον οποίο έψαχνε για τόσα χρόνια. Αλλά μέχρι τώρα είχε βρει λύκους, δράκους και ληστές, τους περισσότερους από τους οποίους αναγκάστηκε να σκοτώσει σε αυτοάμυνα.

Είχε ξοδέψει εβδομάδες ολόκληρες ταξιδεύοντας σε κάθε απόκρημνη γωνιά της Ντεμάσια. Περπατούσε όσο γρήγορα της επέτρεπαν τα μικρά της ποδαράκια, αλλά ο κυνηγός τεράτων ήταν πάντα ένα βήμα πιο μπροστά, αφήνοντας παρά μόνο ιστορίες ηρωικών άθλων στο διάβα του. Για τα Γιόρντλ, ο χρόνος είναι περίεργο πράγμα το οποίο σπάνια νιώθουν να περνά, αλλά ακόμη και για την Πόπι, η αναζήτηση πλέον είχε αρχίσει να γίνεται ατελείωτη.

Μια μέρα, ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να αμφισβητεί τον εαυτό της και την αποστολή της, έπιασε το μάτι της μια ανακοίνωση, καρφωμένη επιπόλαια σε μια μικρή κολώνα στην άκρη του δρόμου.

«Είστε όλοι προσκεκλημένοι στο Πανηγύρι του Κυνηγού!»

Ήταν μια γιορτή που θα τιμούσε ακριβώς τον κυνηγό τεράτων που έψαχνε η Πόπι. Εάν υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα να εντοπίσει αυτόν τον άπιαστο ήρωα, θα ήταν αυτή. Μπορεί ακόμη και να εμφανιζόταν, και τότε θα κατάφερνε να τον δει από κοντά και να αποφασίσει αν ήταν άξιος να σηκώσει το σφυρί που της είχε αφήσει ο Όρλον. Η προοπτική αυτή την έκανε να περπατάει με μια ελαφρότητα στο βήμα της, κι έτσι λοιπόν κατευθύνθηκε προς τους πανηγυρισμούς με ανανεωμένες ελπίδες.

Η Πόπι ένιωθε άγχος όταν έφτασε στο χωριό, το οποίο ήταν στολισμένο με πανό και γιρλάντες που ανέμιζαν χαρούμενα και τόνιζαν τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Ιδανικά, θα ήθελε να είχε φτάσει από νωρίς σε ένα τέτοιο δημόσιο γεγονός, ώστε να βρει μια θέση πίσω από το πλήθος, για να μην τραβήξει τη προσοχή κανενός. Αλλά η αγορά έσφυζε ήδη από θεατές και η Πόπι δυσκολευόταν να περάσει μέσα από τη λαοθάλασσα. Στριμώχτηκε και πέρασε ανάμεσα στα πόδια των κατοίκων του χωριού, οι οποίοι ήταν πολύ μεθυσμένοι για να την αντιληφθούν.

«Θα του κέρνα... κερναγ... κέρναγα μπουκάλι αν ήταν εδώ», είπε κάποιος κοντά της, τραυλίζοντας. «Τις κατσίκες μου έσωσε, σκότωσε το τέρας».

Η καρδιά της Πόπι άρχισε να χτυπά δυνατά, όπως κάθε φορά που άκουγε ιστορίες για τον κυνηγό.

Και αν είναι αυτός ο εκλεκτός; σκέφτηκε.

Αλλά, βαθιά μέσα της, η Πόπι αναρωτιόταν κάτι άλλο. Τι θα έκανε με το που παρέδινε το όπλο; Θα έβρισκε άραγε ολοκαίνουργια αποστολή; Ένα Γιόρντλ χωρίς σκοπό ήταν πράγματι θέαμα θλιβερό. Μάζεψε ξανά τις σκέψεις τις και επικεντρώθηκε στη δουλειά που είχε να κάνει.

Η μικροσκοπική μαχήτρια κατάφερε επιτέλους να ζουληχτεί μέσα από το πλήθος και να φτάσει στο πίσω μέρος της αγοράς. Βρήκε ένα ψηλό λαμπιόνι που μπορούσε να σκαρφαλώσει εύκολα χωρίς να τη δουν. Έπειτα τακτοποιήθηκε πάνω στο στύλο, ίσα - ίσα για να δει πάνω από το πλήθος.

Μόλις που το πρόλαβε η Πόπι. Στην άλλη μεριά της αγοράς, σε μια εξέδρα, στεκόταν ο ομιλητής με πολλούς Ντεμασιανούς αξιωματικούς και πίσω τους υπήρχε κάτι ψηλό, καλυμμένο με βαρύ εορταστικό ύφασμα.

Ακόμη και με τις ακονισμένες αισθήσεις της, χαρακτηριστικές όλων των Γιόρντλ, η Πόπι με το ζόρι κατάφερνε να ακούσει τα λόγια του άνδρα. Μιλούσε για τον κυνηγό τεράτων και πως αυτός είχε σώσει πολυάριθμες φάρμες και χωριά από δράκους, λυσσασμένους λύκους και ληστές. Είπε πως ακόμη κι αν αυτός ο τιμημένος πολεμιστής είχε επιλέξει να μείνει ανώνυμος, αυτό δεν έπρεπε να τους εμποδίζει από το να θυμούνται και να επαινούν τους άθλους του. Αυτόπτες μάρτυρες είχαν δει τον κυνηγό πριν κάποιες εβδομάδες κοντά στην πόλη της Ουεντέιλ, όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Αφού τα είπε όλα αυτά, τράβηξε το ύφασμα και αποκάλυψε ένα πέτρινο άγαλμα.

Η Πόπι ένιωθε πως ζαλιζόταν από τον ενθουσιασμό που έβλεπε επιτέλους τη μορφή του κυνηγού για πρώτη φορά. Ήταν το πρότυπο του Ντεμασιανού μαχητή - δύο μέτρα, τυλιγμένος με βαριές στρώσεις σιδερένιας πανοπλίας και μύες ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Στα πόδια του βρισκόταν το πτώμα ενός λύκου, το οποίο θα είχε ενδεχομένως σκοτώσει.

Εκεί που η Πόπι είχε αρχίσει να παρατηρεί καλύτερα το άγαλμα, άκουσε τη φωνούλα ενός παιδιού, λίγα μέτρα παρακάτω.

«Κοίτα μπαμπάκα. Είναι η κυνηγός! Αυτός από το άγαλμα!», φώναξε το έκπληκτο κοριτσάκι.

Η Πόπι είδε ότι το μικρό κορίτσι έδειχνε προς το μέρος της. Γύρισε για να δει αν ο κυνηγός στεκόταν πίσω της. Αλλά δεν ήταν κανείς εκεί.

«Όχι κόρη μου» είπε ο πατέρας του παιδιού «ασφαλώς και δεν είναι κυνηγός. Δες πόσο μικρή είναι».

Ο πατέρας και η κόρη του σύντομα βαρέθηκαν και γύρισαν ξανά προς το κέντρο του χωριού, για να πάνε να διασκεδάσουν με τους υπόλοιπους κατοίκους.

Καθώς το πλήθος μπροστά στο άγαλμα σκόρπιζε σιγά σιγά, η Πόπι κινήθηκε κοντά για μια πιο προσεκτική παρατήρηση. Τώρα μπορούσε να δει και τις μικρότερες λεπτομέρειες στη μαρμάρινη απεικόνιση του κυνηγού. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και ξανθά, δεμένα σε δύο κοτσίδες σε κάθε πλευρά του κεφαλιού του. Τα χέρια του ήταν φαγωμένα, γεμάτα κάλλους από εκατοντάδες μάχες, και μέσα σ' αυτά, κρατούσε ένα τεράστιο σφυρί, παρόμοιο μ' εκείνο που της είχε δώσει ο Όρλον. Η Πόπι δεν είχε δει μορφή πιο αυθεντικά ηρωική από αυτή σε όλο το βασίλειο.

«Δε μπορεί, αυτός θα είναι», είπε η Πόπι. «Ελπίζω να μην έχω αργήσει πολύ».

Γύρισε την πλάτη της και εγκατέλειψε το πανηγύρι όσο πιο γρήγορα μπορούσε, παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για το Ουεντέιλ.