Κάντε κύλιση για να ξεκινήσετε
Η Μάζιερ είναι ξαπλωμένη στις σάπιες σανίδες της αποβάθρας. Τα κύματα γλείφουν απαλά τις πέτρες από κάτω. Η καρδιά της χτυπούσε ολοένα πιο αργά, ανακατεύοντας το αίμα της με το θαλασσινό νερό. Κοιτάζει με μάτια ανέκφραστα τα πρόχειρα παραπήγματα επάνω από το κεφάλι της και τα αστέρια ψηλά στον ουρανό.
Ο Πάικ σκύβει για να εξετάσει καλύτερα το πρόσωπό της. Το νεκρό βλέμμα της Μάζιερ τρυπά το σκοτάδι του μυαλού του.
Ένα πλοίο που κυνηγούσε φυλακόψαρα. Με τέσσερα κατάρτια και κουρελιασμένα πανιά. Κύματα πελώρια σαν βουνά.
Μακριά μαλλιά στον θαλασσινό άνεμο. Δεκάδες πρόσωπα στο κατάστρωμα. Παρακολουθούν. Γαλανά μάτια. Τα μάτια της Μάζιερ, ορθάνοιχτα από την έκπληξη.
Και μετά, δόντια.
Όχι τα κατάλευκα δόντια της Μάζιερ. Βρώμικα δόντια, μεγάλα σαν σπαθιά. Διαπερνούν το πλοίο. Το φως χάνεται. Κλείνει. Μέσα στο στόμα του φυλακόψαρου. Το σχοινί χαλαρό. Κομμένο.
Η γλώσσα γλιστερή. Ο ιδρώτας τσούζει τα μάτια. Τα δάχτυλα δεν μπορούν να κρατηθούν από πουθενά. Πρέπει να βγω στα ανοιχτά. Κολύμπι, κολύμπι...
Τα δόντια του τέρατος κλείνουν με ορμή. Μετά, πόνος. Μετά, σκοτάδι.
Το πλοίο χάθηκε. Το ίδιο και τα μάτια.
Τα μάτια της Μάζιερ.
Από τους καλύτερους ναύτες. Ναι. Ήταν εκεί. Αυτή έκοψε το σχοινί μου.
Ο Πάικ σπρώχνει το πτώμα με το πόδι του, χωρίς να τραβήξει καθόλου το βλέμμα του. Τη σπρώχνει μέχρι που φτάνει στην άκρη της αποβάθρας. Άλλη μια κλωτσιά και η Μάζιερ επιπλέει. Οι καρχαρίες δεν αργούν να έρθουν. Κάνουν κύκλους. Τα δόντια τους αρπάζουν. Ο ωκεανός ποτέ δεν χάνει χρόνο.
Οι γλάροι τσιρίζουν και ο άνεμος μεταφέρει τις παράφωνες κραυγές τους, καθώς ο Πάικ βρίσκει στη λίστα του το όνομα της Μάζιερ. Σβήνει το όνομα από την περγαμηνή με κόκκινο μελάνι.
Ήταν το τελευταίο όνομα από τον κατάλογο πληρώματος της Φρίκης.
Αυτό ήταν, τελείωσε. Δεν έχει πια ονόματα, μόνο κόκκινους σταυρούς. Πού το βρήκα όλο αυτό το μελάνι;
Ένα περίεργο προαίσθημα τσιγκλάει το μυαλό του Πάικ. Ανήσυχο, νευρικό, ανικανοποίητο. Νιώθει την άλμη να ανακατεύει το στομάχι του. Δεν μπορεί να τελείωσε το έργο του. Ήταν πάρα πολλοί όλοι εκείνοι που τον έβλεπαν από το κατάστρωμα. Μπορεί να πήρε τη λάθος λίστα. Αλλά τι σημασία έχει;
Με άφησαν να πεθάνω. Τόσα πολλά χέρια. Τόσες πολλές φορές.
Ένας άλλος ήχος. Όχι γλάροι. Ούτε κύματα. Ούτε δόντια που ξεσκίζουν. Ούτε η φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού του που ουρλιάζει «Δεν έχεις τελειώσει ακόμα!» ξανά και ξανά και ξανά. Ούτε η μουσική που θυμάται από την Πόλη που Κολυμπάει, πριν από τόσα χρόνια.
Είναι ένας νέος ήχος. Ένας πραγματικός ήχος. Ένας ήχος του εδώ και του τώρα.
Ο Πάικ κοιτάζει γύρω του με το υγιές του μάτι και βλέπει τα ξύλινα σκαλιά να λυγίζουν κάτω από βαριές μπότες. Ένας γεροδεμένος άντρας περπατάει στην αποβάθρα προς τις δεμένες βάρκες που ανεβοκατεβαίνουν στο κύμα.
Βλέπει το χυμένο αίμα και σταματάει. Το χέρι του χάνεται μέσα στο σακάκι του και τραβάει ένα κουμπούρι. Κρατάει την κάννη του πιστολιού κοντά στο στήθος του. Έτοιμος να σημαδέψει και να πυροβολήσει. Σαν ηλίθιος.
Ο Πάικ φανερώνεται στο φεγγαρόφωτο. Ο άντρας χλομιάζει λες και βλέπει φάντασμα. Σφίγγει τα δόντια του σφιχτά, όπως ο τραπεζίτης κρατάει το πουγκί του. Τα μάτια του είναι γουρλωμένα και τρεμουλιάζουν σαν τη μέδουσα ή σαν γαλήνιο νερό που το χαϊδεύει ο άνεμος.
«Ποιος είναι εκεί;», φωνάζει.
Έλα να δεις.
Το κουμπούρι σημαδεύει το κεφάλι του Πάικ. Μετά έρχεται η λάμψη και ο κρότος. Η βολή του είναι εύστοχη, αλλά βρίσκει μόνο ξύλο, γιατί ο Πάικ δεν βρίσκεται πια εκεί που ήταν πριν από λίγο.
Είναι μέσα στην ομίχλη.
Διαλύεται, γίνεται αλάτι και στάλες από νερό, μια ντελικάτη μορφή που χάνεται μέσα σε λεπτή ομίχλη. Έχει ακούσει που λένε ότι είναι φάντασμα. Δεν έχουν εντελώς άδικο.
Ο γεροδεμένος άντρας γεμίζει ξανά. Χοντρές σταγόνες ιδρώτα μαζεύονται στο συνοφρυωμένο μέτωπό του.
Μέσα σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, ο Πάικ είναι παντού γύρω του, κάπου στο ενδιάμεσο, κρύβεται πίσω από τον ίδιο τον αέρα, τον παρατηρεί. Αυτά τα τρομαγμένα μάτια, στο χρώμα των κοπράνων. Η ατημέλητη, λευκή γενειάδα του. Κρεμασμένα σαγόνια, στραβή μύτη, σκασμένα χείλη, αυτιά που έχουν ματώσει άπειρες φορές σε καυγάδες.
Μοιάζει με καπετάνιος.
Βρωμοκοπάει γλυκερό, οξύ φόβο. Το είδος του φόβου που σε κάνει να τρέμεις έτσι όπως στέκεσαι.
Μυρίζει σαν καπετάνιος.
Ο Πάικ θέλει να σιγουρευτεί. Παίρνει μορφή. Πάντοτε ήταν μεγαλόσωμος, αλλά με το απειλητικό, λαμπερό μάτι που του έχει χαρίσει η θάλασσα, μοιάζει ακόμα πιο ψηλός. Πες μου το όνομά σου, λέει με βαθιά φωνή.
Ο άντρας δεν περίμενε ότι θα εμφανιζόταν πίσω του. Κανείς δεν το περιμένει αυτό. Μπορεί στη φαντασία τους ή στους εφιάλτες τους ή στις ιστορίες που λένε στα καπηλειά. Όμως στην πραγματικότητα, όλοι τους χέζονται επάνω τους και πέφτουν μπρούμυτα, ικετεύοντας για τη ζωή τους. Και αυτός ο γεροδεμένος καπετάνιος δεν αποτελεί εξαίρεση. Μπερδεύει τα βήματά του και κατρακυλάει στις σκάλες σαν σακί με πατάτες.
Ο Πάικ τον πλησιάζει αργά, βασανιστικά. Μια γαλέρα από τη Νόξους είναι αγκυροβολημένη στην αποβάθρα. Ήρθε να εμπορευτεί ή ήρθε να προδώσει; Άραγε έχει διαφορά; Μάλλον όχι.
Έχεις μέχρι να κατέβω τα σκαλιά για να μου πεις αυτό που θέλω.
Ο άντρας λαχανιάζει. Πασχίζει να πάρει ανάσα. Σαν ψάρι στη στεριά. Απλώνει τα παχουλά του χέρια ικετευτικά.
Σε θυμάμαι εσένα...
Βήμα.
Ένα χέρι που κρατιέται σφιχτά από την κουπαστή...
Βήμα.
Ο άντρας προσπαθεί να σταθεί όρθιος, αλλά στραμπουλάει το γόνατό του.
Βήμα.
Παρακολουθούσες.
Βήμα. Ένας αρουραίος τον πλησιάζει. Αισθάνεται ότι σύντομα θα φάει.
Χαμογελούσες.
Δεν μπορεί να αρθρώσει. Τώρα έρχονται τα δάκρυα. «Σ-Σε παρακαλώ... δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς...»
Βήμα.
Όνομα. Τώρα.
«Μπικ! Μπικ Νιντ!»
Ο Πάικ σταματάει και κοιτάει τον κατάλογο, από κάτω προς τα πάνω. Όλοι αυτοί οι κόκκινοι σταυροί. Όλα τα σβησμένα ονόματα.
Να 'το. Μπικ Νιντ. Σημαιοφόρος.
Το όνομά του δεν έχει σβηστεί. Είναι ξεκάθαρο. Μάλλον θα είχε διπλώσει περίεργα το χαρτί και θα τον έκρυψε.
Μπικ Νιντ. Ναι, σε θυμάμαι. Ήσουν εκεί.
«Δεν σε έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου! Είναι η πρώτη μου νύχτα στο Μπίλτζ—»
Όμως δεν είναι εύκολο να πεις ψέματα με έναν γάντζο στο μάγουλό σου. Δεν μπορούν να ικετεύσουν, ούτε να προσφέρουν πληροφορίες που δεν έχουν.
Είναι ωραίο εργαλείο ο γάντζος. Φτιαγμένος από κόκκαλο καρχαρία. Πιο κοφτερός κι από ατσάλι. Καρφώνεται καλά μέσα σε κόκκαλο και σάρκα. Η πάλη τον κάνει να χώνεται ακόμα πιο βαθιά, όπως μαθαίνει ο Μπικ. Ο φόβος είναι ζωγραφισμένος στα μάτια του.
Μάτια που καρφώνονται στο μυαλό του Πάικ.
Η μνήμη αναδύεται σαν την παλίρροια και την αφήνει να τον κατακλύσει, πνίγοντας τα θλιβερά παρακάλια του Μπικ.
Ένα πλοίο που κυνηγούσε φυλακόψαρα. Με τέσσερα κατάρτια και κουρελιασμένα πανιά. Κύματα πελώρια σαν βουνά.
Ατημέλητη γενειάδα στον θαλασσινό άνεμο. Δεκάδες πρόσωπα στο κατάστρωμα. Παρακολουθούν. Μάτια στο χρώμα των κοπράνων. Τα μάτια του Μπικ Νιντ, ορθάνοιχτα από την έκπληξη.
Και μετά, δόντια.