Short Story
Άξια Ηγεμόνας
του John O'Bryan

Άξια Ηγεμόνας

του John O'Bryan

Κάντε κύλιση για να ξεκινήσετε

Άξια Ηγεμόνας
του John O'Bryan

«Έχω αρχίσει να ιδρώνω, Μπαγιάλ. Μην με αφήνεις να ιδρώνω, σε παρακαλώ.»

Ο υπηρέτης της Κιάνα τινάχτηκε νευρικά μόλις άκουσε τα λόγια της. Συγκέντρωσε την ελάχιστη δύναμη που είχε στη διάθεσή του και κατεύθυνε τα στοιχεία της φύσης ώστε να δημιουργήσει ένα μαγικό νέφος ομίχλης. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η ομίχλη τύλιξε την Κιάνα και έγινε ψυχρότερη, ξορκίζοντας την αδυσώπητη ζέστη της ζούγκλας.

«Πολύ καλύτερα», είπε η Κιάνα. «Για να κάνω αυτό που θέλω, πρέπει να είμαι σε θέση να συγκεντρωθώ».

Άρχισε να στροβιλίζει το όμλατλ αργά γύρω από το σώμα της, αναγκάζοντας τη βλάστηση να γέρνει και να ανοίγει με κάθε περιστροφή της στρογγυλής λεπίδας της. Ρίζες και βλαστάρια ξεριζώθηκαν από το έδαφος, πετώντας χώματα και τούφες από χόρτα, μέχρι που ένα στενό μονοπάτι φανερώθηκε μέσα από τη βλάστηση.

«Να 'το», είπε η Κιάνα και άρχισε να βαδίζει στο στριφογυριστό μονοπάτι.

Με κάθε περιστροφή του όμλατλ της, οι παχιές κληματσίδες του τροπικού δάσους υποχωρούσαν μπροστά της. Καθώς περνούσε ανάμεσά τους, σέρνονταν αργά και επέστρεφαν στις θέσεις τους, κρύβοντας και πάλι το μονοπάτι. Ο Μπαγιάλ έμεινε ελάχιστα πίσω και μπλέχτηκε αμέσως στα φυτά που είχαν κλείσει κιόλας τον δρόμο.

«Μην χασομεράς, Μπαγιάλ», είπε η Κιάνα. «Δηλαδή, πραγματικά, μια δουλειά έχεις να κάνεις όλη κι όλη».

Ο υπηρέτης άνοιξε τον βηματισμό του, προσπαθώντας να ακολουθήσει τον ρυθμό της Κιάνα, ενώ παράλληλα πάσχιζε να διατηρήσει τη θερμοκρασία της δροσιστικής ομίχλης γύρω της.

Όταν οι δυο τους βγήκαν από το δάσος, ο ήλιος είχε βυθιστεί στον ορίζοντα και το χρυσό φως του σούρουπου έπεφτε σε ένα μικρό χωριουδάκι. Η Κιάνα κοίταξε πίσω της μία τελευταία φορά για να βεβαιωθεί ότι η ζούγκλα είχε καλύψει εντελώς το μυστικό μονοπάτι. Τρεις από τους πρεσβύτερους του χωριού την υποδέχτηκαν με τον παραδοσιακό χαιρετισμό των Ιστάλι για άτομα υψηλού κύρους, με τα χέρια διπλωμένα σφιχτά στο στήθος και την οδήγησαν σε μια πλατεία κοντά στα όρια του οικισμού.

Στο άλλο άκρο της πλατείας βρισκόταν ένα πελώριο μηχάνημα από το Πιλτόβερ, άψυχο και ηττημένο —λάφυρο από μια πρόσφατη αψιμαχία στη ζούγκλα. Η Κιάνα δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία καθώς δέχτηκε τη θέση που της πρόσφεραν σε ένα μικρό τραπέζι, όπου ήταν σερβιρισμένο ένα λιτό γεύμα με φρούτα και ξηρούς καρπούς.

«Σε τι οφείλουμε αυτήν την τιμή, Θυγατέρα των Γιουν;», τη ρώτησε μια ηλικιωμένη γυναίκα, σκύβοντας μπροστά για να δει καλύτερα την Κιάνα.

«Μόλις με ενημέρωσαν για τον θάνατο του επάρχου σας. Τα συλλυπητήριά μου», απάντησε η Κιάνα.

«Τον σκότωσαν οι ξένοι», είπε ένας γέρος άντρας, δείχνοντας το μηχάνημα των Πιλτοβεριανών πίσω από την πλάτη του. «Προσπάθησε να εμποδίσει ένα από αυτά τα μαραφέτια που έκοβαν τα δέντρα για τα ορυχεία τους».

«Έτσι μου είπαν», είπε η Κιάνα. Κάθισε ευθυτενώς στην καρέκλα της καθώς ετοιμάστηκε να αποκαλύψει τον λόγο της επίσκεψής της.

«Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι η Τίκρας χρειάζεται έναν ικανότερο κυβερνήτη. Κάποιον που έχει τη δύναμη να αντισταθεί στους ξένους και στα παιχνίδια τους», δήλωσε η Κιάνα με αυτοπεποίθηση. «Κάποιον σαν κι εμένα».

Οι πρεσβύτεροι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τα ροζιασμένα τους πρόσωπα ήταν σκυθρωπά και μπερδεμένα.

«Μα, Γιουναλάι, με όλον τον σεβασμό, αλλά έχουμε ήδη... κάποιον σαν κι εσάς», είπε η ηλικιωμένη γυναίκα. «Η αδελφή σας είναι εδώ».

«Τι;», είπε έξαλλη η Κιάνα.

Σαν να περίμενε ακριβώς αυτήν τη στιγμή, μια πομπή από υπηρέτες διέσχισε την πλατεία και κατευθύνθηκε προς την Κιάνα. Τέσσερις από τους υπηρέτες κουβαλούσαν ένα πολυτελές φορείο στους ώμους τους.

Καθώς το φορείο έφτασε πιο κοντά, η Κιάνα μπόρεσε να διακρίνει ένα μαλακό κρεβάτι, μερικά μαξιλάρια από φίνο μετάξι και την αδερφή της, τη Μάρα, η οποία ήταν ξαπλωμένη νωχελικά κρατώντας στο χέρι της ένα κύπελλο με κρασί. Δίπλα της βρισκόταν ένας ασημένιος δίσκος με υπέροχα εδέσματα και είχε δύο υπηρέτες να τη δροσίζουν με μαγεία πολύ ισχυρότερη από αυτήν του Μπαγιάλ. Η Κιάνα σκούπισε μια χοντρή σταγόνα ιδρώτα από το μέτωπό της και γύρισε να κοιτάξει τον υπηρέτη της, εκνευρισμένη.

«Κιάνα. Πόσο… χαίρομαι που σε βλέπω», είπε η Μάρα κάπως αμήχανα, καθώς το φορείο της άγγιξε απαλά το έδαφος.

«Μάρα. Καλά περνάς, βλέπω», είπε η Κιάνα.

Ήταν προφανές ότι υπό το διεισδυτικό της βλέμμα η Μάρα αισθανόταν άβολα, κάνοντας νευρικές κινήσεις σαν να ήθελε να εξαφανιστεί μέσα στα πολυτελή σκεπάσματά της.

«Να σου προσφέρω λίγο κρασί;», ρώτησε η Μάρα, πίνοντας μια κοφτή, μηχανική γουλιά από το κύπελλό της.

«Υποτίθεται ότι είσαι εδώ για να προστατεύεις το χωριό, όχι για να αδειάζεις τα κελάρια του», απάντησε η Κιάνα, απορρίπτοντας το ποτό. «Θα σου πρότεινα να παραιτηθείς. Θα αναλάβω εγώ τα καθήκοντα του επάρχου».

Η Μάρα πάγωσε και ανάγκασε τον εαυτό της να πιει άλλη μια γουλιά για να μουσκέψει το στεγνό της λαρύγγι.

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό», είπε. «Αφού το ξέρεις. Είμαι μεγαλύτερη από εσένα».

«Έναν ολόκληρο χρόνο μεγαλύτερη», απάντησε η Κιάνα. «Κι όμως, τόσο μικρότερη».

Πλησίασε το κρεβάτι της αδερφής της, με μια αυτάρεσκη έκφραση που έδωσε γρήγορα τη θέση της σε ένα βλοσυρό βλέμμα.

«Αυτό που θα σου πω τώρα δεν είναι η γνώμη μου, αλλά η αλήθεια. Το ξέρεις κι εσύ, άλλωστε. Τι θα συμβεί αν ανακαλύψουν οι μεταλλωρύχοι αυτό το χωριό;»

«Θα το υπερασπιστώ», απάντησε διστακτικά η Μάρα.

«Θα πεθάνεις. Όπως και όλοι οι κάτοικοι αυτού του χωριού. Το ξέρουμε καλά κι οι δυο μας», είπε η Κιάνα, αρκετά δυνατά ώστε να την ακούσουν όλοι όσοι ήταν συγκεντρωμένοι στην πλατεία. «Εγώ μπορώ να τους προστατεύσω».

Ένα μουρμουρητό απλώθηκε στην πλατεία. Η Μάρα δάγκωσε το χείλος της —ήταν μια συνήθεια που είχε από μικρή, ιδιαίτερα όταν η μικρή της αδερφή κατάφερνε να της επιβληθεί.

«Δεν… δεν μπορώ να σου παραχωρήσω τη θέση μου. Οι Γιουν Ταλ δεν το επιτρέπουν», ψέλλισε η Μάρα.

«Θα το επιτρέψουν, αν παραιτηθείς οικειοθελώς», είπε η Κιάνα. «Γύρισε πίσω στην Ισαοκάν. Φρόντισε τους υδάτινους κήπους σου. Θα αναλάβω εγώ τα καθήκοντά σου εδώ».

Είδε τη Μάρα να κοιτάζει φευγαλέα τους πρεσβύτερους, σαν να έψαχνε κάποιον τρόπο για να σώσει την υπόληψή της.

«Ο νόμος είναι ξεκάθαρος», δήλωσε η Μάρα. «Κανείς άλλος δεν μπορεί να γίνει έπαρχος, όσο είμαι ικανή να κυβερνήσω».

Σφίγγοντας τα δόντια της από θυμό, η Κιάνα στράφηκε προς την πελώρια μηχανή που ήταν αραγμένη στην άλλη άκρη της πλατείας. Στριφογύρισε το όμλατλ γύρω από το σώμα της, ξαφνιάζοντας τους πρεσβύτερους που πετάχτηκαν από τις καρέκλες τους. Η Κιάνα άντλησε στη λεπίδα της την ενέργεια των στοιχείων της φύσης από όλη την πλατεία και την κατεύθυνε προς τη μηχανή. Μέσα σε μια στιγμή, ο μεταλλικός κολοσσός σκεπάστηκε από πάγο, βομβαρδίστηκε από βράχια και έγινε κομμάτια από πανίσχυρες κληματσίδες —όλα αυτά με μία λέξη της νεαρής Γιουναλάι.

Οι πρεσβύτεροι και οι υπηρέτες στην πλατεία δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν την έκπληξη και το δέος τους για αυτήν την επίδειξη ισχύος.

«Nομίζετε ότι έχετε "κάποιον σαν εμένα"», είπε η Κιάνα. «Όμως, δεν υπάρχει άλλος σαν εμένα».

Οι πρεσβύτεροι την κοίταξαν επικριτικά, επιβεβαιώνοντας την απόφασή τους. «Εφόσον η Γιουναλάι Μάρα είναι ικανή να κυβερνήσει, η θέση τής ανήκει».

Τα λόγια τους συνέχισαν να αντηχούν στις σκέψεις της Κιάνα, καθώς γύρισε την πλάτη της και έφυγε από την πλατεία, αποκαρδιωμένη. Με τον Μπαγιάλ να την ακολουθεί, έφτασε στα όρια του χωριού, όπου την περίμεναν δύο φύλακες μάγοι των στοιχείων.

«Δεν χρειάζεται να μας ξεπροβοδίσετε», είπε η Κιάνα. «Ξέρω τον δρόμο και τι πρέπει να κάνω».

Με μια περιστροφή του όμλατλ της, άνοιξε τη βλάστηση και αποκάλυψε το μονοπάτι που οδηγούσε πίσω στη ζούγκλα. Με τον υπηρέτη στο κατόπι της να προσπαθεί να τη δροσίσει, πήρε τον δρόμο προς τους μεγάλους αρχιτεκτότοπους της Ισαοκάν, ανοίγοντας το μυστικό μονοπάτι και κλείνοντάς το πάλι πίσω της.

Μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά από το χωριό, το όμλατλ της Κιάνα άρχισε να περιστρέφεται πιο αργά. Πίσω τους, το μονοπάτι ήταν τώρα φανερό και εκτεθειμένο στον ήλιο του απομεσήμερου.

«Γιουναλάι μου, ξεχάσατε να κρύψετε το μονοπάτι», είπε ο Μπαγιάλ.

«Μπαγιάλ, μήπως έχει κάποια σχέση με το μονοπάτι και τη φροντίδα του η μία και μοναδική δουλειά που έχεις να κάνεις;», ρώτησε η Κιάνα.

«Όχι, Γιουναλάι. Μα… αν κάποιος βρει το χωριό;»

«Μην ανησυχείς. Είμαι σίγουρη ότι η νέα έπαρχος θα το υπερασπιστεί επάξια», είπε η Κιάνα.

***

Την επόμενη ημέρα, η Κιάνα ξύπνησε στην Ισαοκάν από τον ήχο δυνατών λυγμών.

«Ξένοι. Βρήκαν το Τϊκρας!»

Τα κλάματα της αδερφής της ακούγονταν από τον διάδρομο έξω από το υπνοδωμάτιό της. Η Κιάνα φόρεσε τη ρόμπα της, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και αντίκρισε τη Μάρα να κλαίει στην αγκαλιά του Μπαγιάλ.

«Μάρα. Τι τρέχει;», ρώτησε η Κιάνα, με έναν επιτηδευμένο τόνο ανησυχίας στη φωνή της.

Η αδερφή της γύρισε προς το μέρος της, τρέμοντας και με πρόσωπο κατακόκκινο από το κλάμα. Το δέρμα της ήταν γεμάτο γρατζουνιές από τη φυγή της μέσα στη ζούγκλα.

«Οι μεταλλωρύχοι… ισοπέδωσαν το χωριό. Οι μισοί κάτοικοι είναι νεκροί. Οι άλλοι μισοί κρύβονται. Μετά βίας κατάφερα να ξεφύγω—»

Η Κιάνα έσφιξε την αδερφή της στην αγκαλιά της, για να μη δει το χαμόγελό της.

«Κατάλαβες τώρα; Εγώ ήθελα μόνο το καλό σου», είπε η Κιάνα. «Το αξίωμα του έπαρχου είναι επικίνδυνο και φέρει μεγάλη ευθύνη».

«Έπρεπε να σε ακούσω. Εσύ… εσύ θα τους είχες τσακίσει τους Πιλτοβεριανούς», είπε η Μάρα με αναφιλητά.

«Ναι. Έχεις απόλυτο δίκιο», είπε η Κιάνα. Χαμογέλασε πλατιά καθώς σκέφτηκε τους μεταλλωρύχους και τους μισθοφόρους που λεηλάτησαν το χωριό —πόσο εύκολα θα τους εκμηδένιζε και πώς οι πρεσβύτεροι του χωριού θα έπεφταν στα πόδια της μόλις συνειδητοποιούσαν αυτό που είχε καταλάβει τόσο καλά η αδερφή της.

«Εσύ έπρεπε να γίνεις έπαρχος της Τίκρας», είπε η Μάρα.

Ναι, έπρεπε, σκέφτηκε η Κιάνα. Το αξίζω.